Ενδοσκοπική Δακρυοασκορινοστομία

Home / Ενδοσκοπική Δακρυοασκορινοστομία

 

Ενδοσκοπική Δακρυοασκορινοστομία

Φυσιολογικά τα μάτια μας λιπαίνονται συνεχώς με δάκρυα τα οποία τα διατηρούν σε μια ξεκούραστη και αναπαυτική κατάσταση. Τα δάκρυα αυτά παράγονται από τους δακρυικούς αδένες και αφού επιτελέσουν τη λειτουργία τους παροχετεύονται τελικά στη ρινική κοιλότητα περνώντας μέσα από τον δακρυικό σάκο και ένα δίκτυο μικρών σωληναρίων. Tα σωληνάρια αυτά είναι δυνατόν να αποφραχθούν για διάφορους λόγους όπως για παράδειγμα μετά από έναν τραυματισμό στο πρόσωπο, εξαιτίας χρόνιας αλλεργίας, μετά από κάποιο χειρουργείο στα ιγμόρια, εξαιτίας ακτινοβολίας στην περιοχή ή ακόμη και λόγω κάποιου νεοπλάσματος. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα η απόφραξη αυτή μπορεί να υπάρχει από τη γέννηση. Η σύγχρονη ενδοσκοπική χειρουργική προσφέρει πλέον εξαιρετικές δυνατότητες και με τη χειρουργική επέμβαση της Ενδοσκοπικής Δακρυοασκορινοστομίας (DCRεπιτρέπει την οριστική αποκατάσταση του προβλήματος χωρίς εξωτερικές τομές και ουλές.

Σε ασθενείς που πάσχουν από απόφραξη της δακρυικής συσκευής τα δάκρυα δεν μπορούν να οδηγηθούν στη ρινική κοιλότητα όπου παροχετεύονται υπό φυσιολογικές συνθήκες, με αποτέλεσμα να λιμνάζουν στον οφθαλμό και συχνά να τρέχουν μέχρι το μάγουλο. Αυτό γίνεται ακόμη πιο έκδηλο σε καταστάσεις που προάγουν την παραγωγή δακρύων όπως για παράδειγμα το περπάτημα με κρύο άνεμο. Σε κάποιες περιπτώσεις το περιεχόμενο του δακρυικού ασκού που βρίσκεται στην έσω πλευρά του ματιού, μπορεί να επιμολυνθεί με μικρόβια οπότε παρατηρούνται πυώδεις εκκρίσεις, φλεγμονή (δακρυοκυστίτιδα), πόνος, ακόμη και απόστημα.

Η διάγνωση της πάθησης γίνεται από ειδικό οφθαλμίατρο ο οποίος αρχικά αξιολογεί τα συμπτώματα που αναφέρει ο ασθενής. Στη συνέχεια τοποθετείται ειδικός μικρός καθετήρας στα σωληνάρια της δακρυικής συσκευής προκειμένου να εκτιμηθεί η βατότητά τους ενώ σε κάποιες περιπτώσεις γίνεται και έγχυση φυσιολογικού ορού ή ειδικής σκιαγραφικής ουσίας.

H Ενδοσκοπική Χειρουργική των Παραρρινίων Κόλπωνγίνεται υπό γενική αναισθησία. Με τη χρήση ειδικών ενδοσκοπίων και χωρίς καμία εξωτερική τομή διανοίγονται με ειδικά εργαλεία τα στόμια των ιγμορείων και αφαιρούνται οι πολύποδες και οι βλεννοπυώδεις εκκρίσεις που βρίσκονται μέσα σε αυτούς. Η έκταση της επέμβασης δηλ. το πόσοι και ποιοι παραρρίνιοι κόλποι θα ανοιχτούν εξαρτάται από την έκταση του προβλήματος. Ο μέσος χειρουργικός χρόνος είναι 1 με 2 ώρες. Σε περιστατικά που απαιτείται μεγαλύτερη ακρίβεια στους χειρουργικούς χειρισμούς, π.χ. σε περιπτώσεις επανεπεμβάσεων, χρησιμοποιούμε ειδικό πλοηγό (Navigator). Με τη μέθοδο αυτή αντιμετωπίζεται με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο η φλεγμονή και αποκαθίσταται η φυσιολογική κυκλοφορία του αέρα και της βλέννας εντός των ιγμορείων.

Η κλασική ‘ανοιχτή’ Δακρυοασκορινοστομία γίνεται από τους συναδέλφους οφθαλμιάτρους με εξαιρετικά αποτελέσματα. Η επέμβαση περιλαμβάνει τη δημιουργία μίας τομής στο δέρμα που βρίσκεται στα πλάγια της μύτης μπροστά από το μάτι, μέσω της οποίας αποκτάται η επιθυμητή πρόσβαση στο δακρυικό ασκό. Κατά συνέπεια είναι αναπόφευκτη μία μόνιμη ουλή στο δέρμα της εν λόγω περιοχής. Η σύγχρονη Ενδοσκοπική Δακρυοασκορινοστομία γίνεται από Ωτορινολαρυγγολόγους εξειδικευμένους στην ενδοσκοπική χειρουργική ρινός. Η επέμβαση λαμβάνει χώρα  αποκλειστικά μέσα από τη ρινική κοιλότητα και συνεπώς δεν αφήνει καμία εξωτερική ουλή στο δέρμα. Όσον αφορά την αποτελεσματικότητα των δύο μεθόδων, μελέτες έχουν δείξει ότι έχουν τα ίδια ποσοστά επιτυχίας (περίπου 95%).

Μετά το χειρουργείο, ο ασθενής συνήθως δεν έχει πωματισμό/γάζες που πρέπει να αφαιρεθούν. Μπορεί να επιστρέψει στο σπίτι του είτε την ίδια ημέρα είτε την επομένη της επέμβασης.Δεν υπάρχει καμία εξωτερική ουλή, πρήξιμο ή μελανιά. Μία μικρή δυσκολία στην αναπνοή από τη μύτη είναι αναμενόμενη για τις πρώτες μετεγχειρητικές ημέρες εξαιτίας του εσωτερικού οιδήματος του ρινικού βλεννογόνου. Μπορεί να δοθεί προληπτικά μία σύντομη αντιβιοτική αγωγή ενώ οι συχνές ρινικές πλύσεις είναι απαραίτητες για τον καθαρισμό, την επούλωση και την ταχεία αποκατάσταση της φυσιολογικής λειτουργίας της μύτης. Το φύσημα της μύτης θα πρέπει να αποφεύγεται για 48 ώρες ενώ η έντονη σωματική δραστηριότητα επιτρέπεται 3 εβδομάδες μετά την επέμβαση. Στη συνέχεια, η τοπική θεραπεία με ρινικά σπρέυ και πλύσεις θα συμβάλλει αποφασιστικά στη διατήρηση του αποτελέσματος που πετύχαμε με το χειρουργείο.

Κλείστε Ραντεβού