Πλαστική ρινικού διαφράγματος

Home / Πλαστική ρινικού διαφράγματος

Πλαστική ρινικού διαφράγματος

Το ρινικό διάφραγμα είναι μία φυσιολογική ανατομική δομή που βρίσκεται στο εσωτερικό της μύτης. Αποτελείται κατά ένα μέρος από οστό και κατά ένα μέρος από χόνδρο και αναπτύσσεται μέχρι την ηλικία των 16 ετών για τις γυναίκες και των 18 ετών για τους άνδρες. Υπό φυσιολογικές συνθήκες βρίσκεται στο μέσον και διαχωρίζει τις 2 ρινικές κοιλότητες. Επιτρέπει την ομαλή ροή του αέρα δια μέσου της μύτης, την εφύγρανση και τη ρύθμιση της θερμοκρασίας του καθώς και τη φυσιολογική οσφρητική λειτουργία.

Στις περιπτώσεις που ρινικό διάφραγμα δεν βρίσκεται στο μέσον αλλά είναι παρεκτοπισμένο προς τη μία ή την άλλη πλευρά μιλάμε για τη γνωστή σε όλους ‘σκολίωση του ρινικού διαφράγματος’. Η σκολίωση αυτή μπορεί να οφείλεται σε κληρονομικούς παράγοντες, σε πίεση της μύτης κατά τη διάρκεια του τοκετού ή σε κάποιον μεταγενέστερο τραυματισμό και μπορεί να αφορά το οστέινο κομμάτι του διαφράγματος, το χόνδρινο ή και τα δύο.

Φόρμα Ενδιαφέροντος

Συμπληρώστε τη φόρμα ενδιαφέροντος και θα έρθουμε σε επαφή μαζί σας.

Προαιρετικό

Please wait...

Όταν η σκολίωση αυτή είναι σημαντικού βαθμού, ο ασθενής μπορεί να εμφανίζει ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω συμπτώματα:

  • Δυσκολία στην αναπνοή από τη μύτη κατά τη διάρκεια της ημέρας η οποία γίνεται πιο έντονη κατά τη διάρκεια της άσκησης και της αυξημένης φυσικής δραστηριότητας.
  • Δυσκολία στην αναπνοή από τη μύτη κατά τη διάρκεια του ύπνου. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα ο ασθενής να κοιμάται με ανοιχτό το στόμα κάτι που οδηγεί σε ξηροστομία και προδιαθέτει σε συχνές φαρυγγίτιδες.
  • Ροχαλητό και διακοπή της αναπνοής κατά τη διάρκεια του ύπνου (κρίσεις υπνικής άπνοιας) με απώτερη συνέπεια το αίσθημα κόπωσης κατά τη διάρκεια της ημέρας. Μάλιστα, έχει αποδειχθεί ότι όταν η υπνική άπνοια δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα, μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα από τους πνεύμονες και το καρδιαγγειακό σύστημα.
  • Συχνές ιγμορίτιδες και λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, βάρος ή πόνο στο πρόσωπο.
  • Ξηρότητα του ρινικού βλεννογόνου που προδιαθέτει σε αιμορραγίες από τη μύτη (ρινορραγίες).

Με ποια εξέταση γίνεται η διάγνωση της σκολίωσης του ρινικού διαφράγματος;

Η διάγνωση της σκολίωσης του ρινικού διαφράγματος γίνεται με την ενδοσκόπηση της μύτης με τη χρήση ειδικών εύκαμπτων ή άκαμπτων video-ενδοσκοπίων και ειδικής ψηφιακής κάμερας.Η όλη διαδικασία γίνεται εύκολα και γρήγορα στο χώρο του ιατρείου και καταγράφεται προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως εξέταση αναφοράς κατά τη διάρκεια του χειρουργείου και μετά από αυτό. Η συγκεκριμένη εξέταση μας δίνει τη δυνατότητα να ελέγξουμε λεπτομερώς όχι μόνο το ίδιο το διάφραγμα αλλά ολόκληρη τη ρινική κοιλότητα, τις ρινικές κόγχες και τον ρινοφάρυγγα.  Αποκτούμε έτσι μία ολοκληρωμένη εικόνα για κάθε επιπρόσθετο παράγοντα που μπορεί να συμβάλλει στη δυσκολία της αναπνοής από τη μύτη (π.χ. υπερτροφία των ρινικών κογχώνρινικοί πολύποδεςκρεατάκια κτλ).

Πώς αντιμετωπίζεται η σκολίωση ρινικού διαφράγματος;

Η όποια συντηρητική αγωγή με τοπικά σπρέυ και ρινοπλύσεις προσφέρει προσωρινή και μερική μόνο ανακούφιση από τα συμπτώματα. Η αντιμετώπιση που θα δώσει ολοκληρωμένη και μόνιμη λύση στο πρόβλημα είναι ο χειρουργικός ευθειασμός το σκολιού (στραβού) ρινικού διαφράγματος. Κατά τη διάρκεια της επέμβασης δια μέσου τομής που γίνεται στο εσωτερικό της μύτης και επομένως δεν φαίνεται, προσεγγίζουμε και διορθώνουμε όλες τις χόνδρινες και οστέινες δομές του διαφράγματος που ευθύνονται για τη σκολίωσή του.Η τομή και ο βλεννογόνος του διαφράγματος ράβονται με απορροφήσιμα ράμματα τα οποία δεν χρειάζονται αφαίρεση. Στο τέλος της επέμβασης δεν υπάρχει πρήξιμο ή μελανιές ενώ το εξωτερικό σχήμα της μύτης παραμένει αναλλοίωτο. Στις μέρες μας, η ταυτόχρονη χρήση ενδοσκοπίων (ενδοσκοπική διαφραγματοπλαστική) προσφέρει μεγάλη ακρίβεια στους χειρισμούς μας και κατ’ επέκταση στο τελικό αποτέλεσμα.

Ποια είναι η διαδικασία της επέμβασης;

Η διαφραγματοπλαστική γίνεται υπό γενική αναισθησία και συνήθως διαρκεί 30 με 60 λεπτά, ανάλογα με τη βαρύτητα του προβλήματος . Πριν την επέμβαση είναι απαραίτητος ο προεγχειρητικός έλεγχος (εξετάσεις αίματος, εκτίμηση από καρδιολόγο και αναισθησιολόγο) ο οποίος στις περισσότερες περιπτώσεις γίνεται την ημέρα του χειρουργείου, λίγες ώρες πριν την έναρξη της επέμβασης. Στη συνέχεια, ο ασθενής οδηγείται στο χειρουργείο όπου λαμβάνει χώρα η επέμβαση. Κατόπιν οδηγείται στο δωμάτιό του όπου παραμένει για τουλάχιστον 6 ώρες. Μετά από αυτό το χρονικό διάστημα  και ανάλογα με την επιθυμία του μπορεί να επιστρέψει στο σπίτι του ή εναλλακτικά μπορεί να διανυκτερεύσει στην κλινική και να πάρει εξιτήριο την επόμενη μέρα.

Με ποιες άλλες επεμβάσεις μπορεί να συνδυαστεί η διαφραγματοπλαστική;

Κάποιες φορές, η δυσχέρεια της αναπνοής από τη μύτη δεν οφείλεται μόνο στο στραβό ρινικό διάφραγμα. Έτσι μπορεί να συνυπάρχουν υπερτροφία των ρινικών κογχών, ρινικοί πολύποδες, μορφώματα ή όγκοι της μύτης, σπανιότερα κρεατάκια κτλ. Σε αυτές τις περιπτώσεις, κατά τη διάρκεια της ίδιας χειρουργικής επέμβασης, η διαφραγματοπλαστική πρέπει να συνδυαστεί με κογχοπλαστικήενδοσκοπική χειρουργική ρινός-παραρρινίων ή αδενοτομή. Επίσης, σε περίπτωση που συνυπάρχουν αισθητικά προβλήματα στη μύτη ο ευθειασμός του ρινικού διαφράγματος μπορεί να συνδυαστεί με πλαστική της μύτης (ρινοπλαστική).

Διαφραγματοπλαστική ή Ρινοδιαφραγματοπλαστική;

Σε ορισμένες περιπτώσεις, το ρινικό διάφραγμα μπορεί να είναι εξαιρετικά στραβό, κομμάτια αυτού μπορεί να λείπουν ή να έχουν οστεοποιηθεί λόγω βίαιου τραυματισμού ενώ η σκολίωση μπορεί να συμπαρασύρει και τα ρινικά οστά δημιουργώντας τη λεγόμενη ‘λοξή μύτη’. Στα περιστατικά αυτά ο κλασικός ευθειασμός του ρινικού διαφράγματος δεν επαρκεί και προκειμένου να πετύχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα πρέπει να συνδυάσουμε τη διαφραγματοπλαστική με ανοιχτή ή κλειστή ρινοπλαστική. Έτσι έχουμε τη δυνατότητα να κατασκευάσουμε από την αρχή ένα ευθύ διάφραγμα χρησιμοποιώντας μοσχεύματα χόνδρου από το πτερύγιο του αυτιού ή τα πλευρά καθώς επίσης να επαναφέρουμε στην ευθεία τα ρινικά οστά. Επίσης, στις περιπτώσεις που ταυτόχρονα με το πρόβλημα της αναπνοής υπάρχουν και ζητήματα αισθητικής φύσης που απασχολούν τον ασθενή π.χ. ένας ύβος (καμπούρα) ή μία χοντρή κορυφή, μπορούν να διορθωθούν στον ίδιο χειρουργικό χρόνο με τη συνδυαστική επέμβαση της ρινοδιαφραγματοπλαστικής.

Τι συμβαίνει μετά την επέμβαση;

6 με 8 ώρες μετά τη επέμβαση ή την επόμενη ημέρα ο ασθενής παίρνει εξιτήριο. Λαμβάνει μία σύντομη αντιβιοτική αγωγή ενώ συστήνονται ρινοπλύσεις με ειδικό διάλυμα και χρήση ειδικής επουλωτικής αλοιφής για κάποιες ημέρες. Όπως προαναφέρθηκε όλα τα ράμματα είναι απορροφήσιμα και δεν χρειάζονται αφαίρεση.Ο μετεγχειρητικός έλεγχος γίνεται σε τακτικά προγραμματισμένα ραντεβού στο χώρο του ιατρείου.

Πονάει η επέμβαση;

Η διαφραγματοπλαστική είναι μια ανώδυνη χειρουργική επέμβαση. Η γενική αναισθησία εξασφαλίζει την απουσία πόνου κατά τη διάρκεια της εγχείρησης ενώ μετά από αυτή συνήθως απαιτούνται ελάχιστα ή και καθόλου παυσίπονα.

Θα πονέσω κατά την αφαίρεση του πωματισμού;

Θα έχετε ίσως ακούσει περιγραφές από κάποιους που υποβλήθηκαν στην επέμβαση της διαφραγματοπλαστικής και οι οποίοι αναφέρουν πόσο πόνεσαν ή πόσο άβολα ένιωσαν κατά την αφαίρεση του πωματισμού. Είναι αλήθεια ότι στο παρελθόν τα υλικά που χρησιμοποιούνταν για αυτό το σκοπό ήταν πολύ ογκώδη και παρέμεναν στη μύτη για αρκετό χρονικό διάστημα με αποτέλεσμα η αφαίρεσή τους να αποτελεί μια τραυματική εμπειρία.

Στην πρακτική μας πλέον είτε δεν χρησιμοποιούμε καθόλου πωματισμό αντικαθιστώντας των με ειδικές απορροφήσιμες ραφές στο βλεννογόνο του διαφράγματος, είτε τοποθετούμε πολύ ελαφρύ πωματισμό τον οποίο αφαιρούμε σύντομα, πριν ο ασθενής πάρει εξιτήριο. Με αυτόν τον τρόπο μειώνουμε στο ελάχιστο ή και εξαλείφουμε την όποια ενόχληση θα μπορούσε να προκληθεί και έτσι δεν χρειάζεται πλέον να ανησυχείτε για αυτήν τη δυσάρεστη μέχρι πρότινος εμπειρία.

Ποια είναι η κατάλληλη ηλικία;

Απαραίτητη προϋπόθεση για να υποβληθεί κάποιος σε διαφραγματοπλαστική είναι να έχει ολοκληρωθεί η διαμόρφωση του διαφράγματος, της μύτης και γενικά των χαρακτηριστικών του προσώπου του. Στις γυναίκες αυτό συμβαίνει στην ηλικία των 16-17 ετών ενώ στους άνδρες στην ηλικία των 18-19 ετών. Όσον αφορά τις μεγαλύτερες ηλικίες, δεν υπάρχει ανώτατο όριο. Έτσι, κάθε άνθρωπος που δυσκολεύεται να αναπνεύσει, ροχαλίζει ή έχει άπνοιες κατά τον ύπνο εξαιτίας ενός στραβού ρινικού διαφράγματος  μπορεί να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση διαφραγματοπλαστικής.

Η επέμβασή μου θα γίνει με Laser ή με Υπερήχους;

Τελευταία, πολύς λόγος γίνεται για τη χρήση του Laser ή των Υπερήχων στον ευθειασμό του ρινικού διαφράγματος. Πρόκειται για δύο τεχνολογικά προηγμένες μεθόδους οι οποίες προσφέρουν πολύ καλά αποτελέσματα όταν χρησιμοποιηθούν στις κατάλληλες περιπτώσεις δηλ. σε περιστατικά με μικρής και μέτριας βαρύτητας σκολίωση του ρινικού διαφράγματος. Αντίθετα, σε πιο σοβαρές σκολιώσεις, η χρήση της κλασικής χειρουργικής μεθόδου ευθειασμού του ρινικού διαφράγματος είναι μονόδρομος. Και τούτο, γιατί είναι η μοναδική τεχνική η οποία δίνει τη δυνατότητα αντιμετώπισης και των πιο απαιτητικών περιστατικών και εξασφαλίζει ένα άριστο αποτέλεσμα που θα διαρκέσει στο χρόνο. Παράλληλα, είναι η πιο ‘δύσκολη’ τεχνικά μέθοδος για τον χειρουργό και για το λόγο αυτό ο τελευταίος πρέπει να διαθέτει κατάλληλη εκπαίδευση και εμπειρία. Θεωρώ απαραίτητη τη σωστή ενημέρωση των ασθενών και τη συζήτηση με το γιατρό σχετικά με τον τρόπο που θα γίνει το χειρουργείο τους.

Υπάρχει περίπτωση να ξαναγίνει το διάφραγμα;

Αν η επέμβαση γίνει σωστά, όπως αναφέραμε παραπάνω, το διάφραγμα θα παραμείνει ευθύ για πάντα, προσφέροντας ελεύθερη αναπνοή για όλη την υπόλοιπη ζωή του ασθενούς.

Αληθεύει ότι θα αναπνέω τέλεια αμέσως μετά την επέμβαση;

Και πάλι πρόκειται για ένα μύθο που δυστυχώς αναπαράγεται πολύ συχνά καθώς κάτι τέτοιο ισχύει μόνο για τις πιο ήπιες σκολιώσεις του ρινικού διαφράγματος οι οποίες αντιμετωπίζονται με Laser ή Υπερήχους. Σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις, οι οποίες αντιμετωπίζονται με την κλασική χειρουργική μέθοδο, ο βλεννογόνος του διαφράγματος αλλά και των ρινικών κογχών αναπόφευκτα πρήζεται εξαιτίας των χειρισμών που έχουν γίνει. Έτσι μπορεί αμέσως μετά την επέμβαση ή αμέσως μετά την αφαίρεση του πολύ ελαφρύ πωματισμού που μπορεί να έχει τοποθετηθεί, ο ασθενής να αναπνέει τέλεια, όμως αυτό κρατάει για λίγες μόνο ώρες. Στη συνέχεια, το πρήξιμο του ρινικού βλεννογόνου που προαναφέρθηκε δυσχεραίνει τη ρινική αναπνοή. Έτσι για την πρώτη εβδομάδα η αναπνοή από τη μύτη είναι μέτρια και ο ασθενής αναπνέει όπως περίπου όταν έχει ένα κρύωμα/συνάχι. Ρινικές πλύσεις, ειδικό ρινικό gel καθώς και ο καθαρισμός που θα γίνει στο ιατρείο θα βοηθήσουν στην καλύτερη ροή αέρα δια μέσου της μύτης. Από την 8η μετεγχειρητική ημέρα και μετά το οίδημα μειώνεται σημαντικά και σταδιακά υποχωρεί πλήρως. Ο ασθενής αναπνέει όλο και καλύτερα ενώ το τελικό αποτέλεσμα γίνεται αντιληπτό σε 6 περίπου εβδομάδες από την επέμβαση. Εννοείται ότι στο μεσοδιάστημα η αναπνοή είναι ήδη πολύ καλή.